προς-χρίω

προς-χρίω (s. χρίω), anschmieren, salben, auflegen, Hippocr.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσκατάχριε — προσκατάχρῑε , πρός , κατά χρίω touch the surface of a body slightly pres imperat act 2nd sg προσκατάχρῑε , πρός , κατά χρίω touch the surface of a body slightly imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσσυγχρίσεις — προσσυγχρί̱σεις , πρός , σύν χρίω touch the surface of a body slightly aor subj act 2nd sg (epic) προσσυγχρί̱σεις , πρός , σύν χρίω touch the surface of a body slightly fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χναύω — Α 1. τρώω με μικρές μπουκιές, τσιμπολογώ («ὡς ἕτοιμά σοι ἑφθὰ καὶ ὀπτὰ καὶ ἀνθρακιᾱς ἄπο χναύειν», Ευρ.) 2. μέσ. χναύομαι (κατά τον Ησύχ.) «χναύεται περικνίζεται, λαμβάνει». [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. τού καθημερινού λεξιλογίου, αβέβαιης ετυμολ., το …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”