προς-χαίνω

προς-χαίνω (s. χαίνω), angähnen, mit weit geöffnetem Munde angaffen, anstaunen, u. übertr.; μηδὲ χαμαιπετὲς βόαμα προςχάνῃς ἐμοί, Aesch. Ag. 894, (mit weit geöffnetem Munde, d. i.) laut zurufen; παντὶ τῷ λεγομένῳ προςκεχηνέναι παιδικῶς, Pol. 4, 42, 7, anstaunen. – Begierig wonach sein, τινί, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χάος — Είναι η αντίληψη για τα πρωταρχικά στοιχεία, που υπήρχαν πριν από τη δημιουργία του κόσμου. Για τους Βαβυλώνιους, τους Αιγύπτιους, τους Φοίνικες, και τους Εβραίους, το πρωταρχικό στοιχείο είναι το νερό. Πραγματικά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή… …   Dictionary of Greek

  • χήνα — Κοινή ονομασία διαφόρων στεγανοπόδων της οικογένειας των ανατιδών ή νησσιδών, που ανήκουν κυρίως στα γένη χην (anser) και βράντα (branta). Ειδικά, με την ονομασία αυτό χαρακτηρίζεται γενικά η κατοικίδια χ., οι διάφορες φυλές της οποίας… …   Dictionary of Greek

  • χασκωρώ — έω, Α (κατά τον Ησύχ.) «χασκάζω». [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. σχηματισμένος από το ρ. χάσκω / χαίνω, αναλογικά προς το θεωρῶ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”