προς-ψύχω [2]

προς-ψύχω, noch dazu oder noch mehr erkälten; 6; οἱ κατὰ πρόςωπον ἀλλήλοις συμπεσόντες, im Ggstz von οἱ κυκλώσαντες; auch κατὰ πρόςωπον ἀπαντᾶν τοῖς πολεμίοις, im Ggstz von φεύγειν, 17, 3, 3; u. übertr., κατὰ πρ. λεγομένων τῶν λόγων, ins Gesicht, 25, 5, 2;. dah. ἡ κατὰ πρ. ἔντευξις, die mündliche, persönliche Unterhaltung, Plut. Caes. 17. – 2) die Person; Ὅμηρος προϑέμενος τὸ τοῠ Ὀδυσσέως πρόςωπον, Pol. 12, 27, 10, u. öfter; auch τὸ τῆς Ἑλλάδος ὄνομα καὶ πρόςωπον, 8, 13, 5, im Ggstz von μονάρχου πρόσχημα καὶ βίος; u. Sp.; κατὰ πρόςωπον, persönlich. – Bes. bei den Gramm. die Person in grammatischem Sinne. – 3) Maske, Larve; Luc. Iup. trag. 41; auch Dem. 19, 287 bei Bekker, v. l. προςωπεῖον. – Von den imagines majorum der Römer, Pol. 6, 53, 5.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • ψυχή — I Λεπιδόπτερο έντομο της οικογένειας των ψυχιδών. Το γένος αυτό αριθμεί πολλά είδη, που ζουν κυρίως στην Ευρώπη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των ψ. είναι ο γεννητικός του διμορφισμός. Τα αρσενικά έχουν φτερά και χνουδωτό σώμα και πετούν συχνά… …   Dictionary of Greek

  • σβέννυμι — και σβεννύω ΜΑ σβήνω (α. «ἐγώ σε ἐνταῡθα τῷ ἐσβεσμένῳ πυρὶ κατακαύσω», Αγαθ. Ιστ. β. «ἀμελήσαντες σβεννύναι τὸ καιόμενον», Ηρόδ.) αρχ. 1. (σχετικά με υγρό ή ρευστό) κάνω κάτι να ξεραθεί, να πήξει («ἡ Μηδικὴ πόα σβέννυσι τὸ γάλα», Αριστοτ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • αποψύχω — (AM ἀποψύχω) 1. ψύχω εντελώς, καθιστώ κάτι πολύ ψυχρό νεοελλ. 1. αφαιρώ την ψύξη, ξεπαγώνω 2. πεθαίνω μσν. νεοελλ. ( ομαι) αναπαύομαι, ξεκουράζομαι αρχ. 1. μου κόβεται η αναπνοή, λιποθυμώ 2. απρόσ. ἀποψύχει αρχίζει να ψυχραίνει ο καιρός 3. (… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”