προς-αυγάζω

προς-αυγάζω, auch med., ansehen, anblicken, anstrahlen, τινί, Ap. Rh. 1, 1231; Lycophr. 1082 u. in späterer Prosa, wie Ios.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσαυγάζω — Α 1. βλέπω προς κάποιον ή προς κάτι («Σπιλάς... πόντον προσαυγάζουσα», Λυκόφρ.) 2. λάμπω πάνω σε κάποιον («λίθους ἥδιστον προσαυγάζοντας τοῑς ὁρῶσι», Ιώσ.) 3. στίλβω, αστράφτω («ἱστία ποικίλως προσαυγάζοντα», Φιλόστρ.) 4. υφίσταμαι μαρτύριο,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”