πρυμνόθεν

πρυμνόθεν, adv., = πρύμνηϑεν, vom Schiffshintertheil od. von hinten her; auch wie πρεμνόϑεν, von Grund aus, Οἰδίποδα γένος ὠλέσατε πρυμνόϑεν Aesch. Spt. 1048, μὴ πόλιν πρυμνόϑεν πανώλεϑρον ἐκϑαμνίσητε 71.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρυμνόθεν — from the bottom indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρυμνόθεν — ΝΑ επίρρ. 1. από την πρύμνη τού πλοίου 2. μτφ. ολοσχερώς, παντελώς («πόλιν πρυμνόθεν πανώλεθρον», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πρύμνη + συνδετικό φωνήεν ο + επιρρμ. κατάλ. θεν] …   Dictionary of Greek

  • AVERSUM Astrum — apud Virg. Georgic. l. 1. v. 217. Candiilus auratis aperit cum cornibus annum Taurus, et averso cedens canis occidit astro; de Argo dicitur, quae instat et incumbit Cani occidenti, ntpote extremae eius caudae iuncta. Puppe enim trahitur, non… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πρύμνη — και πρύμνα, η, ΝΜΑ, και πρύμη Ν 1. το πίσω μέρος τού πλοίου όπου βρίσκεται το πηδάλιο (α. «τρέμει στην πρύμνη η κόρη καθισμένη», Σολωμ. β. «ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας», ΚΔ) 2. (κατ επέκτ.) ολόκληρο το οπίσθιο τμήμα τού καταστρώματος 3. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”