προς-επι-σκήπτω

προς-επι-σκήπτω, noch dazu anflehen, Heliod. 4, 18.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • επισκήπτω — ἐπισκήπτω (AM) 1. (κυρίως για κάποιο κακό) ρίχνω, κάνω κάτι να πέσει («ἐπεὶ δὲ τὸ πρᾱγμα δεῡρ’ ἐπέσκηψεν τόδε», Αισχ.) 2. ρίχνω σε κάποιον την υποχρέωση για κάτι, ορίζω να κάνει ή να υποστεί κάτι («Μοῑρ’... ἐπέσκηψε δὲ Πέρσαις πολέμους», Αισχύλ.) …   Dictionary of Greek

  • επισκηπτικός — ή, ό αυτός που διευθύνεται ορμητικά από πάνω προς τα κάτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επι σκήπτω «ρίχνω, κάνω κάτι να πέσει» + επίθημα ικός]. < …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”