προς-επι-λέγω

προς-επι-λέγω (s. λέγω), noch dazu sagen, hinzusetzen, Pol. 22, 7, 14.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προς — πρός ΝΜΑ, επικ. τ. προτί, κρητ. τ. πορτί, αργείος τ. προτ(ί), παμφυλιακός τ. περτ(ί), αιολ. τ. πρές Α (πρόθεση, κύρια, μονοσύλλαβη, η οποία, γενικά, συντάσσεται με γενική, δοτική και αιτιατική και δηλώνει την από τόπου κίνηση, τη στάση σε τόπο… …   Dictionary of Greek

  • λέγω — και λέω (AM λέγω, Μ και λέω) 1. εκφράζομαι με τον προφορικό λόγο, ομιλώ, λαλώ (α. «ο καθένας είπε τις απόψεις του» β. «λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῡ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει», Θουκ. γ. «ἔλεξαν ὑπὲρ τῶν στρατηγῶν τάδε», Ξεν.) 2. φρονώ, νομίζω (α. «τί λες… …   Dictionary of Greek

  • προσεπιλέγει — πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres ind mp 2nd sg πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres ind act 3rd sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres ind mp 2nd sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres ind act 3rd sg πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with pres ind mp 2nd sg πρόσ ἐπιλέγω say in… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπιλέγοντα — πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres part act neut nom/voc/acc pl πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres part act masc acc sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres part act neut nom/voc/acc pl πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres part act masc acc sg πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπέλεγον — πρός , ἐπί λέγω 1 lay imperf ind act 3rd pl πρός , ἐπί λέγω 1 lay imperf ind act 1st sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay imperf ind act 3rd pl πρός , ἐπί λέγω 3 lay imperf ind act 1st sg πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with imperf ind act 3rd pl πρόσ ἐπιλέγω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπίλεγε — πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres imperat act 2nd sg πρός , ἐπί λέγω 1 lay imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres imperat act 2nd sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπέλεγεν — πρός , ἐπί λέγω 1 lay aor ind pass 3rd pl (epic) πρός , ἐπί λέγω 1 lay imperf ind act 3rd sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay imperf ind act 3rd sg πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπελέξατο — πρός , ἐπί λέγω 1 lay aor ind mid 3rd sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay aor ind mid 3rd sg πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπιλέγειν — πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres inf act (attic epic) πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres inf act (attic epic) πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπιλέγεις — πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres ind act 2nd sg πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres ind act 2nd sg πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπιλέγοντες — πρός , ἐπί λέγω 1 lay pres part act masc nom/voc pl πρός , ἐπί λέγω 3 lay pres part act masc nom/voc pl πρόσ ἐπιλέγω say in connexion with pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”