πρωτο-γενής

πρωτο-γενής, ές, erstgeboren, ursprünglich, Plat. Polit. 289 a u. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωτ(ο)- — και πρωθ ΝΜΑ α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. πρῶτος και δηλώνει: α) ότι κάτι γίνεται, συμβαίνει για πρώτη φορά (πρβλ. πρωτο γεννώ, πρωτο λέγω, πρωτο φανής) β) ότι κάποιος ενεργεί ή δέχεται μια… …   Dictionary of Greek

  • θεηγενής — θεηγενής, ές (Α) (ποιητ. τ. τού θεογενής) ο γεννημένος από τον θεό. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεη (βλ. θεο ) + γενής (< γένος), πρβλ. ευ γενής, πρωτο γενής] …   Dictionary of Greek

  • πτωχογενής — ές, Μ αυτός που γεννήθηκε φτωχός. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτωχός + γενής (< γένος < γίγνομαι), πρβλ. κακο γενής, πρωτο γενής] …   Dictionary of Greek

  • υστερογενής — ές / ὑστερογενής, ές, ΝΜΑ υστερόχρονος, μεταγενέστερος νεοελλ. 1. αυτός που γεννήθηκε τελευταίος ή μετά τον θάνατο τού πατέρα 2. αυτός που γεννήθηκε μετά τον πρωτότοκο αδελφό, δευτερότοκος αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὑστερογενές το τέλος. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • πρωτογενής — Ζωγράφος και γλύπτης που έζησε στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Ο Πλίνιος τον αναφέρει ως σύγχρονο του Απελλή και του Αριστείδη. Καταγόταν από φτωχή ροδιακή οικογένεια και γεννήθηκε στην Καύνο της Καρίας. Εργάστηκε τόσο στη Ρόδο, όσο και στην Αθήνα. Ο… …   Dictionary of Greek

  • πατρογενής — ές, Α ο γεννημένος από τον Πατέρα, από το πρώτο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πατήρ, πατρός + γενής (< γένος), πρβλ. θεο γενής] …   Dictionary of Greek

  • τιμή — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται η ποσότητα χρήματος που δίνεται σε αντάλλαγμα αγαθών ή υπηρεσιών ή, πιο συγκεκριμένα, η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών εκφραζόμενη σε χρήμα. Συχνά, αντί για τη λέξη τ., προτιμούν να χρησιμοποιούν, ειδικά στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”