προς-ερεύγομαι

προς-ερεύγομαι, eigtl. gegenanspeien, rülpsen; übertr. von Meereswellen, κύματα προςερεύγεται πέτρην, sie speien den Felsen an, oder branden gegen den Felsen, Il. 15, 621; οἷς προςερύγοι, Diod. Sinop. bei Ath. VI, 239 e. S. auch προςερυγγάνω.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσερεύγομαι — Α 1. ρεύομαι προς την κατεύθυνση κάποιου 2. (για κύμα) σπάω θορυβωδώς με αφρό. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐρεύγομαι «ρέβομαι»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”