προς-ερέω

προς-ερέω, fut. zu προςεῖπον, προςαγορεύω, perf. προςείρηκα, προςείρημαι, fut. pass. προςρηϑήσομαι u. s. w., – 1) ich werde anreden, begrüßen, von Einem, der sich dem Tempel einer Gottheit nahet, ich werde anbeten, Her. 2, 72. – 2) ich werde dazu sagen, hinzusetzen, übh. benennen, ταὐτὸν προςερεῖς ὄνομα, Plat. Soph. 224 b; τί προςεροῦμεν ὄνομα ξυμπάσας δυνάμεις, 227 b; βασιλικὸς ὀρϑῶς προςρηϑήσεται, Polit. 259 b; πᾶν νόσον προςρητέον, Tim. 86 b.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσεπηράσατο — πρός , ἐπί ἀράζω snarl aor ind mid 3rd sg (attic epic ionic) προσεπηρά̱σατο , πρός , ἐπί ἀρέομαι aor ind mp 3rd sg (attic epic ionic) πρός , ἐπί ἔραμαι love aor ind mid 3rd sg προσεπηρά̱σατο , πρός , ἐπί ἐράομαι love aor ind mp 3rd sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτώ — και ρωτώ και αρωτώ (AM ἐρωτῶ, άω Α και επικ. και ιων. τ. εἰρωτάω) ζητώ από κάποιον πληροφορία ή γνώμη και περιμένω απάντηση, υποβάλλω ερώτηση νεοελλ. φρ. 1. «μην τά ρωτάς» λέγεται για δυσάρεστα γεγονότα ή για κωμικά και περίπλοκα επεισόδια 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”