προς-κυρέω

προς-κυρέω (s. κυρέω), bis wohin reichen, gelangen, hinzukommen, προςέκυρσε Κυϑήροις, Hes. Th. 189; widerfahren, bevorstehen, πότερα δόμοισι πτῶμα προςκυρεῖ νέον; Aesch. Ch. 13; Soph. vrbdt ὦ δεινότατον πάντων, ὅσ' ἐγὼ προςέκυρσ' ἤδη, von Allem, was ich erfahren, was mich betroffen, Soph. O. R. 1299.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πιέζω — ΝΜΑ και δωρ., αιολ. και μτγν. τ. πιάζω, ιων. και επικ. τ. πιεζέω Α 1. σφίγγω δυνατά, ζουλώ με δύναμη, θλίβω, συνθλίβω, συμπιέζω, ασκώ πίεση (α. «πιέζω το βαμβάκι» β. «χειρὶ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα», Ομ. Ιλ.) 2. συσφίγγω, συμμαζεύω, στοιβάζω,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”