προς-εν-υβρίζω

προς-εν-υβρίζω, noch dazu schmählich behandeln, im pass., Pol. 4, 4, 2.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • εμώ — ( έω) (AM ἐμῶ) 1. βγάζω με εμετό από το στομάχι κάτι (υπολείμματα τροφών, υγρά κ.λπ.), ξερνώ, κάνω εμετό 2. μτφ. βγάζω από το στόμα μου βρισιές ή απειλές, διασύρω, υβρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο δισύλλαβος θεματικός τ. εμέ ω, που πιθ. για μετρικούς λόγους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”