προς-κιγκλίζω

προς-κιγκλίζω, dazu, dabei oft u. schnell hin- u. herbewegen, bes. den Schwanz od. Steiß, im med., Theocr. 5, 117, εὖ ποτεκιγκλίσδευ, du wackeltest tüchtig dazu mit deinem Steiß.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ποτικιγκλίζομαι — Α (δωρ. τ.) προσκιγκλίζομαι*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + κιγκλίζω «κουνώ την ουρά»] …   Dictionary of Greek

  • κιγκλίδωμα — Περίφραγμα από μέταλλο, ξύλο ή μάρμαρο, το οποίο τοποθετείται σε ανοίγματα και εξώστες κτιρίων. Χρησιμοποιείται για τον περιορισμό ενός ή για τον διαχωρισμό δύο χώρων, επιτρέποντας την οπτική επικοινωνία. Δείγματα κ. από την κλασική αρχαιότητα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”