προς-γελάω

προς-γελάω (s. γελάω), Einen anlachen; τί προςγελᾶτε τὸν πανύστατον γέλων; Eur. Med. 1041; προςγελάσεται, Ar. Pax 583; τινά, Her. 5, 92, 3; προςγελᾷ τε καὶ ἀσπάζεται πάντας, Plat. Rep. VIII, 566 d; übertr., ὀσμὴ βροτείων αἱμάτων με προςγελᾷ, Aesch. Eum. 246; Einem zulachen, τινί, Valck. Hipp. 862.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γλαυκός — I Ονομασία διαφόρων ποταμών της αρχαιότητας. 1. Ποταμός της Αχαΐας, που πήγαζε από τις πλαγιές του Παναχαϊκού και εξέρεε στα νότια της Πάτρας. Ταυτίζεται με τον ομώνυμο σημερινό ποταμό, τον γνωστό και με την ονομασία Λέκας. 2. Μικρός ποταμός της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”