προς-εξ-εργάζομαι

προς-εξ-εργάζομαι, noch dazu ausarbeiten, ausführen; Mach. b. Ath. XIII, 578 d; πολλῷ δεινότερα ὕστερον ἄλλα, Dem. 21, 109; Pol. 12, 11, 8; perf. in pass. Bdtg bei Dem. 21, 107.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ευέργαστος — εὐέργαστος, ον (Α) 1. αυτός τον οποίο εύκολα επεξεργάζεται κάποιος, ο εύπλαστος («εὐέργαστος πᾱσα γῆ») 2. (για ανθρώπους) ευάγωγος, εύπλαστος («εὐέργαστοι πρὸς ἀγαθωσύνην»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + *εργαστός (< εργάζομαι), πρβλ. α κατ έργαστος, αν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”