προς-εν-είρω

προς-εν-είρω, s. προενείρω.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσενείρει — πρός , ἐν ἔρομαι ask pres ind mp 2nd sg (epic ionic) πρός , ἐν εἴρω 2 say pres ind mid 2nd sg (epic ionic) πρός , ἐν εἰρέω say pres imperat act 2nd sg (attic epic) πρός , ἐν εἰρέω say imperf ind act 3rd sg (attic epic) πρόσ ἐνείρω entwine aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσενείρεσθαι — πρός , ἐν ἔρομαι ask pres inf mp (epic ionic) πρός , ἐν εἴρω 2 say pres inf mid (epic ionic) πρόσ ἐνείρω entwine pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέγω — και λέω (AM λέγω, Μ και λέω) 1. εκφράζομαι με τον προφορικό λόγο, ομιλώ, λαλώ (α. «ο καθένας είπε τις απόψεις του» β. «λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῡ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει», Θουκ. γ. «ἔλεξαν ὑπὲρ τῶν στρατηγῶν τάδε», Ξεν.) 2. φρονώ, νομίζω (α. «τί λες… …   Dictionary of Greek

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”