πρωϊνός

πρωϊνός, sp. Form von πρώϊος; Ath. I, 11 e; Babr. 124, 17; vgl. Lob. Phryn. 52.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωινός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωινός — ή, ό / πρωινός, ή, όν, ΝΜΑ αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πρωία ή αυτός που γίνεται κατά την πρωία (α. «πρωινός περίπατος» β. «κατὰ τὴν θυσίαν τὴν πρωϊνήν», ΠΔ) νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή γίνεται κατά το χρονικό διάστημα από… …   Dictionary of Greek

  • πρωινός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο πρωί, που γίνεται πρωί: Πρωινό αγέρι. – Πρωινό φόρεμα. – Πρωινό ξεκίνημα. 2. αυτός που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από τα μεσάνυχτα και πέρα ως την ανατολή: Γυρίσαμε στο σπίτι τις πρωινές ώρες. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρωινός — [проинис] επ. утренний, ранний …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρωινώτερον — πρωινός adverbial comp πρωινός masc acc comp sg πρωινός neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωινῶν — πρωινός fem gen pl πρωινός masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωινόν — πρωινός masc acc sg πρωινός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωιναῖς — πρωινός fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωιναί — πρωινός fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωινοῦ — πρωινός masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωινῆς — πρωινός fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”