προς-κλίνω

προς-κλίνω, daranlehnen, daranlegen, τί τινι, wie βέλος καλῇ προςέκλινε κορώνῃ, Od. 21, 138. 165; ϑρόνος προςκέκλιται αὐγῇ (v. l. αὐτῇ, vgl. Nitzsch zur Stelle), der Sessel steht angelehnt am Scheine des Heerdfeuers, 6, 308; νῶτον ποτικεκλιμένον, Pind. P. 1, 28. – In späterer Prosa = machen, daß steh die Wagschaale nach einer Seite hinneigt; übertr., προςκλίνει τὴν τοῦ νέου ψυχὴν τοῖς ἐν φιλοσοφίᾳ λόγοις, wendet, richtet sie dahin, Plut. de aud. poet. g. E.; – u. intrans., sich wohin neigen, auf eine Partei, auf Jemandes Seite treten, Pol. 4, 51, 5 u. a. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …   Dictionary of Greek

  • κλίνω — έκλινα, κλίθηκα, κλιμένος 1. γέρνω, λυγίζω, πλαγιάζω: Μην κλίνεις τα γόνατα. 2. γράφω ή λέγω όλους τους τύπους κλιτού μέρους του λόγου: Κλίνε μου το ρήμα γράφω. 3. ρέπω, έχω τάση προς κάτι: Κλίνει προς το σοσιαλισμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ποτικλίνω — Α (επικ. και δωρ. τ.) προσκλίνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + κλίνω] …   Dictionary of Greek

  • αθεΐζω — κλίνω προς την αθεΐα, αρνούμαι την ύπαρξη τού θεού, είμαι άθεος. [ΕΤΥΜΟΛ. < άθεος. ΠΑΡ. αθεΐστής] …   Dictionary of Greek

  • λευκοφέρνω — κλίνω προς το λευκό χρώμα, ασπρίζω, είμαι υπόλευκος …   Dictionary of Greek

  • αθεΐζω — κλίνω προς την αθεΐα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συγκλίνω — κλίνω προς κάτι ή κάποιον, πλησιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γέρνω — (Μ γέρνω) 1. κλίνω προς τα κάτω ή προς τα πλάγια («γείρε τη στάμνα», «γείρε τη σανίδα δεξιά») 2. παρουσιάζω κλίση προς τα κάτω ή προς τα πλάγια («ταπεινότατη σού γέρνει η τρισάθλια κεφαλή», Δ. Σολ. «τα κλαδιά έγερναν από το βάρος τού καρπού») 3.… …   Dictionary of Greek

  • προσκλίνω — ΝΑ [κλίνω] 1. κλίνω, στρέφω κάτι προς κάτι άλλο, τό στηρίζω πάνω σε κάτι άλλο 2. στηρίζομαι, γέρνω, ακουμπώ 3. μτφ. έχω ενδιάθετη κλίση, αισθάνομαι φυσική συμπάθεια προς ένα πρόσωπο και τείνω να συνταχθώ με τις απόψεις του, να πάω με το μέρος του …   Dictionary of Greek

  • μετακλίνω — (Α) 1. (ενεργ. και μέσ.) (κυριολ. και μτφ.) κλίνω, μετακινώ κάποιον ή κάτι προς άλλο μέρος, προς άλλη πλευρά 2. μέσ. μετακλίνομαι α) κλίνω προς το άλλο μέρος, μεταστρέφομαι β) μεταβάλλομαι γ) (για τους μυς) στρέφομαι προς όλες τις κατευθύνσεις.… …   Dictionary of Greek

  • νεύω — (ΑΜ νεύω) 1. κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός και κάτω, σκύβω ελαφρά 2. κάνω νεύμα με το κεφάλι, με τα μάτια, με τα χείλη ή με τα χέρια για να δείξω συναίνεση, αποδοχή, έγκριση ή άρνηση, αποτροπή, απαγόρευση ή, απλώς, για συνεννόηση σχετικά με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”