πρωκτός

πρωκτός, , der Hintere, der Steiß, eigtl. der After; auch der Mastdarm, Ar. oft u. andere Comic., auch in Prosa; vgl. Arist. part. anim. 3, 14 H. A. 2, 17. – Es wird von προάγω, nach Andern von προΐκω od. προΐσχω abgeleitet.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωκτός — anus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωκτός — Το εξωτερικό στόμιο του ορθού, από το οποίο αποβάλλονται τα κόπρανα του ανθρώπου και των περισσότερων ζώων. Ο π. αποτελεί έναν αγωγό με μήκος 1½ 2 εκ. που διαστέλεται. Σχηματίζεται μέσα στο οπίσθιο περίνεο, μπροστά από τον κόκκυγα και, στο βάθος …   Dictionary of Greek

  • πρωκτός — [проктос] ουσ. а …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρωκτός — ο το κάτω άκρο του απευθυσμένου, ο δακτύλιος, η έδρα, αλλ. κώλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρωκτοῦ — πρωκτός anus masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωκτούς — πρωκτός anus masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωκτῶν — πρωκτός anus masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωκτῷ — πρωκτός anus masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωκτόν — πρωκτός anus masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμόπρωκτος — θερμόπρωκτος, ον (Α) αυτός που επιζητεί πρωκτική ευνουσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θερμ(ο) * + πρωκτος (< πρωκτός), πρβλ. ευρύ πρωκτος] …   Dictionary of Greek

  • συκόπρωκτος — ον, Α πιθ. (κατά τον Ησύχ.) αυτός που έχει αιμορροΐδες στον πρωκτό. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦκον + πρωκτός (πρβλ. δασύ πρωκτος, λακκό πρωκτος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”