συν-αγελάζω

συν-αγελάζω

συν-αγελάζω, zu einer Heerde od. einem Haufen zusammenbringen, zu einer Heerde vereinigen, u. med. sich in Heerden zusammenhalten, in Schaaren leben; τινί, sich zu Einem, um Einen zusammenschaaren, Arist. H. A. 9, 2; Pol. 6, 5, 7; συναγελάζεσϑαι μετ' ἀλλήλων, von Fischen, Plut. sol. an. 29; von Vögeln, S. Emp. adv. log. 1, 117.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συναγελάζομαι — ΝΜΑ, και ενεργ συναγελάζω Α ζω σε αγέλη, αποτελώ μέλος αγέλης («τῶν ἰχθύων οἱ μὲν συναγελάζονται μετ ἀλλήλων καὶ φίλοι εἰσίν», Αριστοτ.) νεοελλ. (με υποτιμητ. σημ.) συγχρωτίζομαι με ανθρώπους κατώτερου επιπέδου αρχ. 1. (για πρόσ.) συναναστρέφομαι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”