πρωΐ-σπορος

πρωΐ-σπορος, frühzeitig gesäet, Theophr.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χειμόσπορος — ον, Α (για καρπό) αυτός που τόν σπέρνουν τον χειμώνα («χειμόσποροι πυροί», Θεόφρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < χεῖμα (βλ. λ. χειμώνας) + σπόρος (< σπόρος < σπείρω), πρβλ. μηλό σπορος, πρωΐ σπορος] …   Dictionary of Greek

  • οψίσπορος — ὀψίσπορος, ον (Α) αυτός που σπάρθηκε αργά ή αυτός που πρέπει να σπέρνεται αργά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀψι (βλ. λ. οψέ) + σπορος (< σπόρος < σπείρω), πρβλ. πρωί σπορος] …   Dictionary of Greek

  • πρωΐσπορος — ον, Α ο σπαρμένος πρώιμα ή αυτός που πρόκειται να σπαρθεί πρώιμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωΐ + σπορος (< σπόρος < σπείρω), πρβλ. εύ σπορος] …   Dictionary of Greek

  • πρώιμος — Επώνυμο οικογένειας αγωνιστών από το χωριό Λάκκοι της Κρήτης. Πολλά μέλη της διακρίθηκαν ως αρματωλοί στα χρόνια πριν από το 1821, άλλα ως οπλαρχηγοί στην Eπανάσταση του 1821, και άλλα στις κατοπινές κρητικές επαναστάσεις. * * * η, ο / πρώϊμος,… …   Dictionary of Greek

  • κανναβούρι — το κανναβόσπορος, σπόρος του φυτού «κάνναβις η ήμερος»: Κανναβούρι τρως κάθε πρωί και όλο μιλάς; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”