πρόπιον

(πρόπιον, τό,) scheinen nur die alten Gramm. angenommen zu haben, um ϑεοπρόπιον abzuleiten; sie erklären μάντευμα.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόπιον — Α (κατά το λέξ. Σούδα) «μάντευμα». [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο πρόπιον (< θεο * + πρέπω) με αποβολή τού α συνθ.] …   Dictionary of Greek

  • πρόπιον — προπίνω drink before aor ind act 3rd pl (homeric ionic) προπίνω drink before aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπίονι — Α (κατά τον Ησύχ.) «εὐθεῑ». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σχετίζεται πιθ. με τον τ. πρόπιον*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”