πρό-πους

πρό-πους, ποδος, ὁ, ein Mensch mit großen Füßen, Suid. – Ein Stern vor den Füßen des Zwillingsgestirns. – Vorberg, der Fuß od. Auslauf eines Gebirges, Pol. 3, 17, 2; Strab.; πέτρου, Pers. 8 (VII, 501); – οἱ πρόποδες, die Vorderfüße.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πους — Όρος που δηλώνει τη μετρική μονάδα των ελληνικών και λατινικών στίχων. Διακρίνουμε στους π. μία άρση (ισχυρή συλλαβή, συνήθως μακρά, στην οποία πέφτει ο ρυθμικός τόνος) και μία θέση (ασθενή συλλαβή). Η βραχεία συλλαβή (υ) υπολογιζόταν ως μετρική… …   Dictionary of Greek

  • υπόπους — ουν, Α αυτός που έχει κάτω από το σώμα του πόδια («ἅπαν δὲ τὸ ὑπόπουν ἐξ ἀνάγκης ἀρτίους ἔχει τοὺς πόδας», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + πούς, ποδός «πόδι» (πρβλ. πρό πους)] …   Dictionary of Greek

  • προποδίζω — ΜΑ μσν. μτφ. κάνω κάποιον να προοδεύει, να πάει μπροστά αρχ. κινώ τα πόδια προς τα εμπρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πούς, ποδός + κατάλ. ίζω] …   Dictionary of Greek

  • προποδώ — έω, Α πιθ. βαδίζω πρώτος οδηγώντας τους άλλους, προπορεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πούς, ποδός] …   Dictionary of Greek

  • προπόδιος — ον, Α αυτός που βρίσκεται μπροστά από τα πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πούς, ποδός + επίθημα ιος (πρβλ. περι πόδιος)] …   Dictionary of Greek

  • πρόπους — οδος, ο, ΝΜΑ 1. σχοινί που χρησιμοποιείται ιδίως για τον χειρισμό τών ιστίων, πανιών κατά την πλαγιοδρομία ενός ιστιοφόρου πλοίου, αλλ. μούρα ή κούντρα 2. συν. στον πληθ. οι πρόποδες το κατώτερο μέρος υψώματος που συνδέει τις κλιτύς, τις πλαγιές …   Dictionary of Greek

  • List of medical roots, suffixes and prefixes — This is a list of roots, suffixes, and prefixes used in medical terminology, their meanings, and their etymology. There are a few rules when using medical roots. Firstly, prefixes and suffixes, primarily in Greek, but also in Latin, have a… …   Wikipedia

  • βάση — η (AM βάσις) 1. το σημείο ή το μέρος όπου πατάει ή στηρίζεται κάποιος ή κάτι, υπόβαθρο, θεμέλιο («η βάση της σκάλας», «βάσις του κίονος») 2. ανατ. το σημείο στήριξης ή το πλατύτερο μέρος ορισμένων μερών του σώματος («η βάση της κεφαλής») 3. (γεωμ …   Dictionary of Greek

  • πρόβραχυς — ο, ΝΑ (ενν. πους) είδος μετρικού πόδα ο οποίος αποτελείται από πέντε συλλαβές, από τις οποίες η πρώτη είναι βραχεία και οι υπόλοιπες τέσσερεις μακρές, δηλ. U [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + βραχύς] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”