πρός-παιος

πρός-παιος, daraufstoßend, zufällig, unerwartet, neu; εἰ πρόςπαια μὴ τύχοι κακά, Aesch. Ag. 338; sp. D., wie Nic. Ther. 690 Lycophr. 211; ἐκ προςπαίου, unversehens, auch neuerdings, Arist. Eth. 9, 5, wie ἐκ προςπαίου τινὸς τύχης, Pol. 6, 43, 3.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσφατος — η, ο / πρόσφατος, ον, ΝΑ 1. (για γεγονός, πράξη, κατάσταση) αυτός που συνέβη πριν από λίγο, τελευταία (α. «στις πρόσφατες εκλογές δεν σημειώθηκε κανένα έκτροπο» β. «προσφάτους... εὐεργεσίας», Πολ.) 2. καινούργιος, νέος (α. «οι πληγές είναι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”