πρωράζω

πρωράζω, ein πρωράτης sein (?); Hesych. erkl. πρωράσαντες durch κροτήσαντες.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωράζω — Α [πρῷρα] (κατά τον Ησύχ.) μτφ. «κροτῶ» …   Dictionary of Greek

  • πρῳράσαντες — πρῳράζω aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωιράσατ' — πρωιράσατε , πρῳράζω aor imperat act 2nd pl πρωιράσατο , πρῳράζω aor ind mid 3rd sg (homeric ionic) πρωιράσατε , πρῳράζω aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρῳρᾶται — πρῳράτης masc nom/voc pl πρῳράζω fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”