πρός-φθεγμα

πρός-φθεγμα, τό, die Anrede, der Gruß; Soph. Phil. 235; καί τις πικρὸν πρόςφϑεγμα δεσποτῶν ἐρεῖ, Ai. 495; φίλων πρόςφϑεγμα μεϑεὶς μητρός, Eur. Troad. 777; φίλα διδοὺς προςφϑέγματα, 1184, u. öfter; τοιοῖςδέ τοί νιν ἀξιῶ προςφϑέγμασιν, Aesch. Ag. 877; Ausruf, Ch. 863.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υπεραίρω — ὑπεραίρω ΝΜΑ, και ποιητ. τ. ὑπεραείρω ΜΑ [αἴρω / ἀείρω] 1. σηκώνω, υψώνω κάτι πάνω από κάτι άλλο 2. μέσ. υπεραίρομαι και ὑπεραίρομαι υπερηφανεύομαι, αλαζονεύομαι νεοελλ. μτφ. υπερεξυψώνω, υπερεπαινώ μσν. αρχ. υπερβαίνω κάτι στο ύψος (α.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”