πρός-χρησις

πρός-χρησις, , der Gebrauch wozu, Longin. de sublim. 27, 2; M. Anton. 7, 5.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χρήση — η / χρῆσις, ήσεως, ΝΜΑ, και ιων. τ. γεν. ιος Α χρησιμοποίηση, μεταχείριση νεοελλ. φρ. «οικονομική χρήση» έννοια συναφής με εκείνην τού οικονομικού έτους, αλλά διευρυμένη, ώστε να περιλαμβάνει τον επί πλέον απαιτούμενο χρόνο για την είσπραξη τών… …   Dictionary of Greek

  • ЭПИКТЕТ — (Epictetus букв. «Прикупленный»: вероятно, рабская кличка) (ок. 50 после 120) крупный представитель позднего стоицизма. В юности Э. был рабом, получив свободу, жил в бедности; в 89 вместе с др. философами был выслан из Рима и поселился в Никополе …   Философская энциклопедия

  • χρήμα — Είναι το μέσο που χρησιμεύει ως κοινό μέσο ανταλλαγής και πληρωμών. Σε αυτό βασίζεται η λειτουργία του μηχανισμού των τιμών, που κατευθύνει την παραγωγή και την κατανάλωση, και γι’ αυτό ακριβώς το χ. αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις έννοιες της… …   Dictionary of Greek

  • Γαλίτης, Γεώργιος — (Βόλος 1926 –). Θεολόγος και καθηγητής πανεπιστημίου. Σπούδασε στη θεολογική και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στα πανεπιστήμια Μάρμπουργκ, Βόνης και Μάιντς της Γερμανίας. Σταδιοδρόμησε στα πανεπιστήμια Αθηνών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”