φιλ-άεθλος

φιλ-άεθλος, ion. u. ep. = φίλαϑλος, Ἑρμῆς Ep. ad. 27 (XII, 143).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πένταθλο — Άθλημα σύνθετο από πέντε αγωνίσματα. Στην αρχαία Ελλάδα, όπου δημιουργήθηκε, περιλάμβανε άλμα, δίσκο, δρόμο, ακόντιο και πάλη. Σήμερα, το π. των αντρών, περιλαμβάνει άλμα σε μήκος, ακόντιο, δρόμο 200 μ., δισκοβολία και δρόμο 1.500 μ. Το γυναικείο …   Dictionary of Greek

  • φίλαθλος — η, ο/ φίλαθλος, ον, ΝΜΑ, και ποιητ. τ. φιλάεθλος Α αυτός που αγαπά τα αθλητικά αγωνίσματα και, γενικά, τον αθλητισμό νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο φίλαθλος·οπαδός αθλητικού σωματείου («οι φίλαθλοι τών δύο ομάδων συνεπλάκησαν μετά τον αγώνα») αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”