πρός-κειμαι

πρός-κειμαι (s. κεῖμαι), ion. προςκέομαι, dabei liegen, Thuc. 4, 112 u. sonst; anliegen, οὔατα προςέκειτο, Henkel saßen daran, Il. 18, 379; τῇ ϑύρᾳ, vor der Thür liegen, immer davor sein, Ar. Vesp. 142; Soph. εἴ τῳ πρόςκειμαι χρηστῷ, El. 233, wie ᾡ σὺ πρόςκεισαι κακῷ, 1029, mit Glück, Unglück behaftet, verbunden sein; und umgekehrt, τὴν ἀβουλίαν, ὅσῳ μέγιστον ἀνδρὶ πρόςκειται κακόν, Ant. 1228; χἠ χάρις προςκείσεται, O. R. 232; προςκείμενον κέρδος πρὸς ἔργῳ, Eur. Rhes. 162; und noch dazu kommen, ἐπὶ τοῖς πάλαι κακοῖς προςκείμενόν τι πῆμα, Heracl. 484. – Im eigtl. Sinne, davorsitzen, -lagern, ἑπτὰ προςκεῖσϑαι πύλαις, Eur. Phoen. 746. – Als Gattinn dabeiliegen, zur Gattinn gegeben sein, τινί, Her. 1, 196; dazu gesetzt sein, εἰ πρόςκειταί τι γράμμα ἢ ἀφῄρηται, Plat. Crat. 393 d; Xen. Mem. 3, 14, 7. – Dab. übtr., sich auf Etwas gelegt haben, eine Sache eifrig betreiben, μώραις ἄγραις προςκείμεϑα, Soph. Ai. 407; τῇ τοῠ ὄντος ἀεὶ διὰ λογισμῶν προςκείμενος ἰδέᾳ, Plat. Soph. 254 a, dah. auch τινί = Einem anhangen, ergeben sein, Her. 6, 61; τῷ λεγομένῳ, einer Sage anhangen, ihr beistimmen, 4, 11; οἴνῳ, dem Weine ergeben sein, 1, 133, wie τῇ φιλοινίῃ, 3, 84, τῷ δήμῳ, Thuc. 6, 89, der Demokratie; ταῖς ναυσί, 1, 93, vgl. 8, 89; ταῖς τοῦ χρηστηρίου ἐλπίσιν, Luc. Alex. 54. – Aber auch = Einem mit Bitten anliegen, mit Aufforderungen zusetzen, τινί, Her. 1, 123; auch in feindlichem Sinne, Einem feindlich zusetzen, ihn bedrängen, verfolgen, τινί, 9, 57, vgl. 40. 60; Thuc. 4, 33; τὸ προςκείμενον, das feindliche Heer, Her. 9, 61; so auch ἀνάγκηςἀεὶ προςκειμένης μεταχειρίζεσϑαι, Plat. Phaedr. 240 e; προςκείμενον τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ ϑεοῦ, passivisch, der Stadt von Gott. auferlegt, Apol. 30 e; Pol. oft, z. B. τῇ πόλει, ihr hart zusetzen, 1, 11, 6. – Dah. auch zukommen, obliegen, gebühren, Her. 1, 83. 118. 2, 83. 6, 57. 7, 36.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόκειμαι — ΝΜΑ [κεῑμαι] 1. κείμαι, έχω τεθεί μπροστά από κάποιον ή κάτι 2. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) το προκείμενων) α) (σχετικά με λόγο) το θέμα που βρίσκεται υπό συζήτηση («ελάτε στο προκείμενο») β) (λειτ.) ψαλμικός στίχος που προτάσσεται από έναν ψαλμό και… …   Dictionary of Greek

  • Geflügelte Worte (Antike) — Alpha und Omega, Anfang und Ende, kombiniert zu einem Buchstaben Diese Liste ist eine Sammlung alt und neugriechischer Phrasen, Sprichwörter und Redewendungen. Sie beschreibt ihren Gebrauch und gibt, wo möglich, die Quellen an. Graeca non… …   Deutsch Wikipedia

  • είμαι — (AM εἰμί Α και αιολ. τ. ἐμμί Μ και εἶμαι) 1. υπάρχω, ζω («...ήταν ένας γέρος και μια γριά», «οὐκ ἐσθ οὗτος ἀνήρ οὐδ ἔσσεται» δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει) 2. (για πράγματα) υπάρχω, βρίσκομαι) («δεν είναι στάρι φέτος», «ὁ παράδεισος αὐτὸς …   Dictionary of Greek

  • στρέφω — ΝΜΑ, και δωρ. τ. στράφω και αιολ. τ. στροφῶ, άω και δ. αν. στρόφω Α 1. (αμτβ.) μετακινούμαι επί τόπου αλλάζοντας μέτωπο ή καθώς κινούμαι αλλάζω κατεύθυνση (α. «έστρεψε λίγο αριστερά προκειμένου να τόν δει» β. «λίγο πιο κάτω έστριψε στον διπλανό… …   Dictionary of Greek

  • ίστημι — ἵστημι (ΑΜ) 1. τοποθετώ όρθιο κάτι, στήνω («ἔγχος μέν ῥ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα» Ομ. Ιλ.) 2. (για ανδριάντες, οικοδομές, τρόπαια) ιδρύω, εγείρω («ἔστησε τρόπαια») μσν. (το μέσ.) ἵσταμαι 1. είμαι όρθιος, στέκομαι 2. (για οικοδομήματα) υψώνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • υγρός — ή, ό / ὑγρός, ά, όν, ΝΜΑ, και τ. θηλ. ά και ογρός, ή, ό Ν, και ιων. τ. θηλ. ὑγρή Α 1. υδατώδης (α. «υγρό στοιχείο» η θάλασσα και, γενικότερα, τα νερά β. «ὅ σφωϊν μάλα πολλάκις ὑγρὸν ἔλαιον χαιτάων κατέχευε», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που ενέχει υγρασία,… …   Dictionary of Greek

  • αντίκειμαι — (AM ἀντίκειμαι) βρίσκομαι σε αντίθεση, αντιβαίνω προς κάτι νεοελλ. (το ουδ. της μτχ. ως ουσ.) βλ. αντικείμενο*. αρχ. (ως παθ. του ἀντιτίθημι*) 1. είμαι τοποθετημένος απέναντι 2. αντιστοιχώ 3. (για τόπους) κείμαι απέναντι 4. (για πράγματα) κείμαι… …   Dictionary of Greek

  • κείτομαι — και κοίτομαι (Μ κείτομαι και κείτουμαι και κείθομαι και κοίτομαι) 1. βρίσκομαι κάπου πλαγιασμένος, ξαπλωμένος, κείμαι 2. είμαι νεκρός, είμαι θαμμένος νεοελλ. είμαι άρρωστος, είμαι παράλυτος («κείτεται από 30 χρονών») μσν. 1. κοιμάμαι («τὰ… …   Dictionary of Greek

  • υπόκειμαι — ὑπόκειμαι, ΝΜΑ [κεῑμαι] 1. κείμαι, βρίσκομαι από κάτω (α. «τα υποκείμενα στρώματα υποχώρησαν» β. «τοιαύτης κρηπίδος ὑποκειμένης αὐταῑς», Πλάτ.) 2. είμαι υποταγμένος σε κάποιον, εξαρτώμαι από κάποιον (α. «υπόκειται στον νόμο» β. «ὑποκεῑσθαι τῷ… …   Dictionary of Greek

  • Adamántios Koraïs — Αδαμάντιος Κοραής Adamántios Koraïs Nom de naissance Ἀδαμάντιος Κοραῆς Autres noms Adamance Coray …   Wikipédia en Français

  • ιδρύω — (ΑΜ ἱδρύω) (ενεργ. και μέσ.) οικοδομώ, κτίζω («ο ναός ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα» β. «ἱδρύσαντο ὑπὸ τῇ ἀκροπόλι Πανὸς ἱρόν», Ηρόδ.) νεοελλ. συνιστώ, συγκροτώ («ιδρύω πολιτικό κόμμα») αρχ. 1. πείθω κάποιον να παραμείνει, να εγκατασταθεί («αὑτός τε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”