πρωτό-πλαστος

πρωτό-πλαστος, zuerst gebildet, geschaffen, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ημίπλαστος — ἡμίπλαστος, ον (Α) αυτός που έχει πλαστεί κατά το ήμισυ, ατελώς πλασμένος, μισοπλασμένος, μισοσχηματισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + πλαστος (< πλάσσω), πρβλ. εύ πλαστος, πρωτό πλαστος] …   Dictionary of Greek

  • ιδιόπλαστος — ἰδιόπλαστος, ον (Α) αυτός που πλάστηκε μόνος του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο * + πλαστος (< πλάσσω), πρβλ. κακό πλαστος, πρωτό πλαστος] …   Dictionary of Greek

  • κυματόπλαστος — η, ο αυτός που πλάστηκε από κύματα, ο δημιουργημένος από τα κύματα («και αρματωμένος τρέχω σε κυματόπλαστο άλογο», Παλαμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, α τ ος + πλαστος (< πλάσσω), πρβλ. πηλό πλαστος, πρωτό πλαστος] …   Dictionary of Greek

  • κακόπλαστος — κακόπλαστος, ον (AM) κακοφτειαγμένος, άσχημος, δύσμορφος αρχ. αυτός που επινοήθηκε κακώς. επίρρ... κακοπλάστως (Μ) με κακόπλαστο τρόπο, με άσχημη μορφή, δύσμορφα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * + πλαστoς (< πλάσσω), πρβλ. ισό πλαστος, πρωτό πλαστος] …   Dictionary of Greek

  • πρωτόπλαστοι — οι Адам и Ева – первые люди, которых создал Бог Этим. < πρωτο + πλαστος < πλάσσω «первый + лепить, творить» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σύνθετος — η, ο / σύνθετος, ον, ΝΜΑ, και αττ. τ. ξύνθετος, ον και τ. θηλ. συνθετὴ ή συνθέτη Α [συντίθημι] 1. αυτός που έχει συγκροτηθεί από πολλά επιμέρους τμήματα ή στοιχεία αρμονικά ενωμένα, ο πολυμερής (α. «σύνθετη λέξη» λέξη που απαρτίζεται από δύο ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”