πρός-δετος

πρός-δετος, angebunden; Eur. Rhes. 307, τινί, z. B. λίϑῳ, Antiph. 13 (Plan. 147).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χαρτόδετος — η, ο, Ν (για έντυπο) βιβλιοδετημένος με χαρτί, αυτός που έχει εξώφυλλα από απλό χαρτί ή χαρτόνι και όχι επενδεδυμένα με ειδικό ύφασμα, πλαστικό υλικό ή και δέρμα, σε αντιδιαστολή προς τον πανόδετο ή δερματόδετο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτί + δετος (<… …   Dictionary of Greek

  • οπισθόδετος — ὀπισθόδετος, ον (ΑΜ) δεμένος πίσω ή προς τα πίσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο) * + δετός (< δένω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”