πρός-ημαι

πρός-ημαι (s. ἧμαι), dabei, dagegen sitzen, νερτέρᾳ προςήμενος κώπῃ, Aesch. Ag. 1600; προςήμεϑα βωμοῖσι, Soph. O. R. 15; liegen, benachbart sein, νᾶσοι τᾷδε γᾷ προςήμ εναι, Aesch. Pers. 857; selten c. acc., ἰὸς καρδίαν προςήμενος, Ag. 808; belagern, obsidere, c. dat., χαίρω σε προςήμενον πύργοισιν ἐχϑρῶν, Eur. Rhes. 390.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ήμαι — ἧμαι (Α) 1. είμαι καθισμένος, κάθομαι 2. κάθομαι σε απραξία, σε ησυχία («κατ οἴκους ἐκτὸς ἡμένῳ πόνων», Ευρ.) 3. (για στράτευμα) στρατοπεδεύω 4. (για κατάσκοπο) παραφυλάω, καραδοκώ 5. ζω απαρατήρητος, στην αφάνεια («προς δ ἐμᾷ ψυχᾷ θάρσος ἧσται»… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”