πρόσσοθεν

πρόσσοθεν, poet. = πρόσωϑεν, von weitem her; aber ἐλαύνων πρόσσοϑεν ἵππους, Il. 23, 533, die Pferde vorwärts treibend, nehmen einige Erklärer für gedehnte Form von πρόσϑεν.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσσοθεν — indeclform (adverb) πρόσωθεν from afar epic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσσοθεν — Α επίρρ. (επικ. τ.) βλ. πρόσωθεν …   Dictionary of Greek

  • πρόσωθεν — και επικ. τ. πρόσσοθεν και δωρ. πόρσωθεν και αττ. τ. πόρρωθεν και συγκριτ. τ. πορρωτέρωθεν Α επίρρ. 1. τοπ. α) από μακριά («μή τις πρόσωθεν ὄμματος βάλοι φθόνος», Αισχυλ.) β) σε απόσταση 2. χρον. από πολύ χρόνο («πόρρωθεν ὑμῑν τὸ καλὸν ὑπάρχει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”