πρόσθα

πρόσθα, adv., äol. statt πρόσϑε, Apoll. Dysc. de adv. p. 563.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσθα — πρόσθεν before doric aeolic (indeclform adverb) πρόσθᾱ , πρόσθη fem nom/voc/acc dual πρόσθᾱ , πρόσθη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθ' — πρόσθα , πρόσθεν before doric aeolic (indeclform adverb) πρόσθε , πρόσθεν before ionic (poetic indeclform adverb) πρόσθαι , πρόσθη fem nom/voc pl πρόσθᾱͅ , πρόσθη fem dat sg (doric aeolic) προστά , προστάς part between the two antae fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • над — укр. над, др. русск., ст. слав. надъ ἐπί (Супр.), болг. над (Младенов 321), сербохорв. над, словен. nad, чеш., польск. nad, nаdе, слвц. nad, nаdо; также в качестве приставки: надлежать, надзирать. Достоверно родственно на I. Форма nadъ могла быть …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • -θα — (Α) αχώριστο καταληκτικό μόριο επιρρηματικών τύπων («ἔνθα»). [ΕΤΥΜΟΛ. Παλαιότατο επίθημα που απαντά και στο τοπικό επίρρ. *ι θα «εδώ», το οποίο εμφανίζεται ως α συνθετικό τού ιθα γενής και συνδέεται με το αρχ. ινδ. iha, το πρακριτικό idha και το… …   Dictionary of Greek

  • προσθαγενής — ές, Α προηγούμενος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρόσθα, αιολ. τ. τού πρόσθεν + γενής (< γένος < γίγνομαι)] …   Dictionary of Greek

  • πρόσθεν — και δωρ. και αιολ. τ. πρόσθα και δωρ. τ. πρόθεν, πρόθθα και πρόστα Α Α (ως πρόθ. με γενική) Ι. τοπ. 1. μπροστά από κάποιον ή από κάτι (α. «νῆσος... πρόσθε Σαλαμῑνος τόπων», Αισχύλ.) β. «στῆ δὲ πρόσθ αὐτοῑο», Ομ. Ιλ.) 2. για κάποιον ή για κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • προσθακῶν — προσθακέω sit at pres part act masc nom sg (attic epic doric) προσθᾱκῶν , προσθακέω sit at pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • de-, do- —     de , do     English meaning: a demonstrative stem     Deutsche Übersetzung: Demonstrativstamm, partly ich deiktisch; Grundlage verschiedener Partikeln     Material: Av. vaēsmǝn da “ up there to the house “; Gk. δε in ὅ δε, ἥ δε, τό δε “ that… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”