πρόσθιος

πρόσθιος, der vordere, vorn; οἱ πρόσϑιοι πόδες, die Vorderfüße, Her. 2, 69, wie κῶλα, Plat. Tim. 91 e; βάσιν χερσὶ προσϑίαν καϑαρμόσας, Eur. Rhes. 210; auch πρόσϑια τραύματα, vulnera adversa, Bass. 7 (IX, 279).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσθιος — foremost masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθιος — α, ο / πρόσθιος, ία, ον, ΝΑ εμπρόσθιος, μπροστινός (α. «η πρόσθια όψη» β. «oἱ πρόσθιοι πόδες», Ηρόδ. γ. «οἱ πρόσθιοι ὀδόντες», Ευρ.) νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το πρόσθιο ανθρωπολ. ανθρωπομετρικό σημείο που βρίσκεται μεταξύ τών μέσων κοπτήρων στο… …   Dictionary of Greek

  • πρόσθιος — [простиос] εκ. пережний, находящийся впереди …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προσθίων — πρόσθιος foremost fem gen pl πρόσθιος foremost masc/neut gen pl προσθέω run towards pres part act masc nom sg (doric) προσθέω run towards pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθιον — πρόσθιος foremost masc acc sg πρόσθιος foremost neut nom/voc/acc sg προσθέω run towards imperf ind act 3rd pl (doric) προσθέω run towards imperf ind act 1st sg (doric) προσθέω run towards imperf ind act 3rd pl (doric) προσθέω run towards imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσθίαις — πρόσθιος foremost fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσθίοιν — πρόσθιος foremost masc/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσθίοις — πρόσθιος foremost masc/neut dat pl προσθέω run towards pres opt act 2nd sg (doric) προσθέω run towards pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσθίου — πρόσθιος foremost masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσθίους — πρόσθιος foremost masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσθίῳ — πρόσθιος foremost masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”