πρό-κλυτος

πρό-κλυτος, vormals oder in früherer Zeit gehört, ἔπεα, alte Sagen, Il. 20, 204.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόκλυτος — ον, Α περίφημος κατά τον παλαιό καιρό. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + κλυτός «περίφημος, ένδοξος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”