πρό-μαντις

πρό-μαντις, ὁ, ἡ, Weissager, Prophetinn; τινός, Aesch. Ch. 747; ὦ παῖ πρόμαντι Λατοῠς, Eur. Ion 681; bes. hieß ἡ πρόμαντις die delphische Priesterinn, welche die Aussprüche des Orakels verkündigte, Her. 6, 66. 7, 111. 141; auch Δωδωναίων αἱ προμάντιες, 2, 55; übh. also die Stellvertreterinn des weissagenden Gottes, die in seinem Namen sprach, 8, 135; Thuc. 5, 16; δίκη πρόμαντις, die sich voraus verkündende, anmeldende Gerechtigkeit, Soph. El. 467; πρόμαντις ϑυμός, Eur. Andr. 1073; ἀλγέων, Hel. 345.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προ- — α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση πρό. Το προ συντίθεται με ονόματα, ρήματα και, σπανιότερα, με επιρρήματα και προσδίδει βασικά τη σημ. τής προτεραιότητας ως προς τον τόπο, τον χρόνο ή την τάξη …   Dictionary of Greek

  • συμφήτωρ — ορος, ὁ, Α (κατά τον Ησύχ.) «μάντις, μάρτυς». [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + φήτωρ (< θ. φη τού φημί + επίθημα τωρ, πρβλ. λέκ τωρ), πρβλ. προ φήτωρ, ὑπο φήτωρ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”