πρωτό-ζυξ

πρωτό-ζυξ, υγος, = Vorigem, Κύπρις, Antiphan. 9 (IX, 245), der erste Beischlaf.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ισόζυξ — ἰσόζυξ, υγος, ὁ (Α) ισόζυγος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + ζυξ (< θ. ζυγ , πρβλ. ε ζύγ ην, παθ. αόρ. τού ζεύγνυμι*), πρβλ. μελανό ζυξ, πρωτό ζυξ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”