πρό-δοξος, urtheilend, bevor man Einsicht erlangt hat, ἄνϑρωπος, nach Phryn. in B. A. 6, 28 ὁ προδοξάζων περί τινος οὐ τἀληϑῆ, πρὶν ἢ σαφῶς καὶ μετὰ πίστεως ἐξετάσαι τὰ κατ' αὐτόν, ἀστάϑμητος.


Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόδοξος — ον, ΜΑ αυτός που κρίνει ένα ζήτημα επιπόλαια, χωρίς να τό εξετάσει προσεκτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + δοξος (< δόξα), πρβλ. παρά δοξος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.