πρό-θυρον

πρό-θυρον, τό, die vordere Thür, der Thorweg, der aus dem Gehöft ins Freie führt, Il. 15, 124. 24, 323; ἀνὰ πρόϑυρον τετραμμένος, von dem Todten, der bald bestattet werden soll, 19, 212. In der Od. auch im plur., στῆ ἐπὶ προϑύροις Ὀδυσῆος, οὐδοῠ ἐπ' αὐλείου, 1, 103, wie 4, 40. Auch ein Platz vor der Thür des Hauses, Vorhof, vestibulum, wie Gell. 16, 5 erkl.: locus ante ianuam domus vacuus, per quem a via aditus accessusque ad aedes est; so Od. 20, 355, εἰδώλων δὲ πλέον πρόϑυρον, πλείη δὲ καὶ αὐλή, u. 21, 299, διὲκ προϑύρου δὲ ϑύραζε ἕλκον, vgl. 22, 474; εὐτειχεῖ προϑύρῳ ϑαλάμου, Pind. Ol. 6, 1; προϑύροισιν Αἰακοῠ, N. 5, 53, u. öfter; χρόνος ἀμείψεται πρόϑυρα δωμάτων, Aesch. Ch. 960, die Zeit wird einziehen in den Vorhof; Eur. Troad. 194; so auch in Prosa, Her. im plur., 3, 35. 140. 6, 35. 91; sing., Plat. Conv. 175 a Prot. 314 c; im plur. auch übertr., ἐπὶ τοῖς τοῦ ἀγαϑοῠ προϑύροις, Phil. 64 c, vgl. Rep. II, 365 c; Xen. Cyr. 7, 5, 22 u. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υπέρθυρο — το / ὑπέρθυρον, ΝΑ το ανώφλι πόρτας ή παραθύρου αρχ. γείσο πόρτας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + θυρον (< θύρα), πρβλ. πρό θυρον] …   Dictionary of Greek

  • πρόθυρο — το / πρόθυρον, ΝΜΑ, και προθίουρον Α (στον εν. και συν. στον πληθ.) τα πρόθυρα α) ο χώρος που βρίσκεται μπροστά από τη θύρα ή γύρω από αυτήν (α. «τα πρόθυρα τής Ακαδημίας» β. «οὗτος ὁ Μιλτιάδης κατήμενος ἐν τοῑσι προθύροισι τοῑσι ἑωυτοῡ», Ηρόδ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”