μακρο-βόλος

μακρο-βόλος, weitschleudernd, -treffend, Strab. VIII, 357 u. a. Sp., wie Schol. Od. 8, 233.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωτοβόλος — ον, ΜΑ 1. αυτός που για πρώτη φορά ρίχνει κάτι 2. (ιδίως για ζώα) αυτός που αποβάλλει τα πρώτα του δόντια («ὄνος θήλεια πρωτοβόλος», πάπ.) αρχ. ανθηρός, δροσερός, ακμαίος («πρωτοβόλος ἥβη», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + βόλος (< βόλος… …   Dictionary of Greek

  • υγροβόλος — ον, Α αυτός που προκαλεί υγρασία, υγραντικός («ὑγροβόλοι σταγόνες», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. μακρο βόλος] …   Dictionary of Greek

  • κακοβολώ — κακοβολῶ, έω (Α) (για το παιχνίδι τών αστραγάλων) ρίχνω χωρίς επιτυχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * (< επίρρ. κακά) + βολῶ (< βολος < βάλλω), πρβλ. μακρο βολώ, πρωτο βολώ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”