μακρο-ειδής

μακρο-ειδής, ές, von länglicher Gestalt, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καλοειδής — ές (Α καλοειδής, ες) ωραίος στη μορφή νεοελλ. αυτός που ανήκει σε καλό, σε ωραίο είδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο) * + ειδής (< εἶδος), πρβλ. κακο ειδής, μακρο ειδής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”