μακρο-κέφαλος

μακρο-κέφαλος, langköpfig, Hippocr.; im superl., Strab. XI, 11, 520.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πολυκέφαλος — η, ο / πολυκέφαλος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που έχει πολλά κεφάλια (α. «πολυκέφαλος Ὕδρα», Αριστοτ. β. «πλάττε τοίνυν μίαν μὲν ἰδέαν θηρίου ποικίλου και πολυκεφάλου», Πλάτ.) νεοελλ. μτφ. αυτός που έχει πολλούς αρχηγούς («πολυκέφαλο κόμμα») αρχ. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • Macrocephaly — Infobox Disease Name = PAGENAME Caption = An MRI of a patient with benign familial macrocephaly (male with head circumference > 60cm) DiseasesDB = 22519 ICD10 = ICD10|Q|75|3|q|65 ICD9 = ICD9|756.0 ICDO = OMIM = 248000 MedlinePlus = 003305… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”