δεσπόσυνος

δεσπόσυνος, ον, -συναι κίονες Pind. P. 4, 267; 1) dem Hausherrn gehörig, λέχος H. h. Cer. 144; μέλαϑρα Ar. Th. 42; χρήματα Xen. Oec. 9, 16; ohne Zusatz, τὰ δ., das Eigenthum des Herrn, 14, 2; ὁ δ., der Sohn des Hausherrn. filius herilis, Ath. IV, 131 c; App. B. C. 4, 44; der Herr selbst, Tyrt. bei Paus. 4, 14, 5; παρὰ δεσποσύνοις τοῖς ἡμετέροις Anaxandr. Ath. IV, 131 (v. 33); vgl. Plut. Lyc. 28, wo die Lesart schwankt zwischen τοὺς δεσποσύνους u. τὰς -ύνας. – 2) königlich, ἀνάγκαι Aesch. Pers. 587.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσπόσυνος — δεσπόσυνος, ον (Α) [δεσπότης] 1. αυτός που ανήκει στον δεσπότη, στον κύριο 2. ο γιος τού δεσπότη, τού κυρίου 3. φρ. «δεσπόσυνοι ἀνάγκαι» η απολυταρχική διακυβέρνηση 4. το αρσ. ως ουσ. ο δεσπόσυνος ο δεσπότης …   Dictionary of Greek

  • δεσπόσυνος — of masc nom sg δεσπόσυνος of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόσυνον — δεσπόσυνος of masc acc sg δεσπόσυνος of neut nom/voc/acc sg δεσπόσυνος of masc/fem acc sg δεσπόσυνος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνων — δεσπόσυνος of fem gen pl δεσπόσυνος of masc/neut gen pl δεσπόσυνος of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνοις — δεσπόσυνος of masc/neut dat pl δεσπόσυνος of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνοισι — δεσπόσυνος of masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) δεσπόσυνος of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνοισιν — δεσπόσυνος of masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) δεσπόσυνος of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνου — δεσπόσυνος of masc/neut gen sg δεσπόσυνος of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνους — δεσπόσυνος of masc acc pl δεσπόσυνος of masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποσύνῳ — δεσπόσυνος of masc/neut dat sg δεσπόσυνος of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόσυνα — δεσπόσυνος of neut nom/voc/acc pl δεσπόσυνος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”