δεσπότης

δεσπότης, , acc. δεσπότεα Her. 1, 11. 91, plur. δεσπότεας 1, 111 als v. l., voc. δέσποτα oft comic.; 1) der Gebieter, Hausherr, im Ggstz des Gesindes, der Sclaven, δόμων Aesch. Eum. 60; οἰκίας Plat. Legg. XII, 954 b; = οἰκονόμος Polit. 259 b; Ggstz δοῠλος Parm. 133 d u. öfter; ἐξ οἰκέτου δεσπότης προϊών Luc. Nigr. 20; die Sclaven reden den Herrn an ὦ δέσποτ' ἄναξ, ὦναξ δέσποτα, Ar. Vesp. 875 u. öfter; Ath. XI, 485 a. – 2) Besitzer, Eigenthümer, Herr einer Sache, ἵππου Pind. Ol. 1, 22; μαντευμάτων Aesch. Spt. 27; Ἡρακλείων ὅπλων Soph. Phil. 262; τῆς δυνάμεως Ar. Plut. 201; Xen. Mem. 2, 7, 13 u. Sp. – 3) unumschränkter Herrscher, von den Perserkönigen, Her. 3, 89. Die Griechen nennen nur die Götter so, Eur. Hipp. 88; Xen. An. 3, 2, 8; Οὐλύμπου Pind. N. 1, 13; vgl. Plat. Euthyde 302 Phaed. 65 b; ἔρως Phaedr. 265 c; ἐλευϑερία u. τὸ μηδένα ἔχειν δεσπότην gleich, Dem. 18, 296; das Gesetz ist δεσπότης, Her. 7, 104; ὁ δῆμος δεσπότης καὶ κύριος ἁπάντων Dem. 13, 31. Uebertr., ὕπνος Xen. Ages. 5, 2; ἡδοναί Mem. 4, 5, 4.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσπότης — ο 1) епископ, владыка; 2) Владыка (обращение к Богу): ελέησον, Δέσποτα! помилуй, Владыко! 3) именование императора Византии Этим. дргр. δεμ σ πότης сложное слово, состоящее из двух основ, которое , как предполагают исследователи, происходит от… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δεσπότης — master masc nom sg δεσποτέω to be despotically ruled imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότης — Ο κύριος του οίκου, ο οικοδεσπότης, ο αφέντης, ο απόλυτος κύριος και συνεκδοχικά ο βασιλιάς, ο τύραννος· επίσης ο επίσκοπος: «τον δεσπότην και αρχιερέα ημών Κύριε φύλαττε εις πολλά έτη». Στην αρχαιότητα, ο όρος αναφερόταν στον κύριο του σπιτιού,… …   Dictionary of Greek

  • δεσπότης — ο 1. αυτός που έχει την απόλυτη κυριότητα και την εξουσία περιοχής, κύριος, ιδιοκτήτης: Είναι δεσπότης του μεγαλύτερου μέρους του νησιού. 2. επίσκοπος: Στις γιορτές, στην εκκλησία, λειτουργεί ο δεσπότης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσπότης — [дэспотис] ουσ. а. властитель, господин, деспот …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Δεσπότης νόμος. — δεσπότης νόμος. См. Обычай старше закона …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δεσπόται — δεσπότης master masc nom/voc pl δεσπότᾱͅ , δεσπότης master masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ορσίνης, Ιωάννης — Δεσπότης της Ηπείρου (1323 35). Ήταν γνωστός και ως Άγγελος Δούκας Κομνηνός. Αδελφός του Ιταλού κόμη της Κεφαλληνιάς Νικόλαου Ορσίνη, ο οποίος, αφού σκότωσε τον θείο του Θωμά Άγγελο, δεσπότη της Ηπείρου, έγινε κύριος του δεσποτάτου. Ο Ο. με τη… …   Dictionary of Greek

  • δεσποτᾶν — δεσπότης master masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτέων — δεσπότης master masc gen pl (epic ionic) δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτῶν — δεσπότης master masc gen pl δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”