δεσπόζω

δεσπόζω, als unumschränkter Herr gebieten, τινός H. h. Cer. 366; Aesch. Prom. 930; ϑρόνων Soph. Tr. 362; Prosa, Her. 3, 142; Plat. Legg. IV, 713 d u. Folgde, wie Pol. 1, 10; oft absolut, ἄρχειν καὶ δεσπόζειν Plat. Phaed. 80 a; bes. vom Hausherrn, Poll. 3, 73; Ggstz δουλεύειν Plat. Rep. IX, 576 a; seltener τί, πόλιν Eur. Herc. fur. 28; pass., sich beberrschen lassen, gehorchen, πόλεις δεσποζόμεναι καὶ δουλεύουσαι Plat. Legg IV, 713 a; ὑπό τινος D. Sic. 18, 60; – einer Sache Herr werden, ἵππων Eur. Alc. 486; λόγου, die Rede verstehen, Aesch. Ag. 543.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσπόζω — to be lord pres subj act 1st sg δεσπόζω to be lord pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόζω — βλ. πίν. 35 (κυρίως στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δεσπόζω — (AM δεσπόζω) 1. είμαι δεσπότης, απόλυτος κύριος, εξουσιάζω 2. επιβάλλομαι σε κάποια αδυναμία μου, ελέγχω κάποιο ελάττωμά μου νεοελλ. 1. είμαι ο σπουδαιότερος, ο σημαντικότερος («αυτό το θέμα δεσπόζει στις συνομιλίες») 2. (για τόπους) βρίσκομαι… …   Dictionary of Greek

  • δεσπόζω — [дэспозо] р. господствовать, преобладать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δεσπόζω — δέσποσα 1. ασκώ εξουσία, επικρατώ: Η Οθωμανική αυτοκρατορία δέσποζε στην Ελλάδα για τετρακόσια χρόνια. 2. υπερέχω, βρίσκομαι ψηλότερα: Τα μεσαιωνικά κάστρα δεσπόζουν στο λόφο της πόλης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσπόζετε — δεσπόζω to be lord pres imperat act 2nd pl δεσπόζω to be lord pres ind act 2nd pl δεσπόζω to be lord imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόζῃ — δεσπόζω to be lord pres subj mp 2nd sg δεσπόζω to be lord pres ind mp 2nd sg δεσπόζω to be lord pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόσει — δεσπόζω to be lord aor subj act 3rd sg (epic) δεσπόζω to be lord fut ind mid 2nd sg δεσπόζω to be lord fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόσουσιν — δεσπόζω to be lord aor subj act 3rd pl (epic) δεσπόζω to be lord fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δεσπόζω to be lord fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπόσω — δεσπόζω to be lord aor subj act 1st sg δεσπόζω to be lord fut ind act 1st sg δεσπόζω to be lord aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποζομένων — δεσπόζω to be lord pres part mp fem gen pl δεσπόζω to be lord pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”