δι-σπόνδειος

δι-σπόνδειος, aus zwei Spondeen bestehend, , der Versfuß – – – –, Gramm.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δισπόνδειος — δισπόνδειος, ον (Α) μετρική ενότητα που αποτελείται από δύο σπονδείους). [ΕΤΥΜΟΛ. < δι * + σπονδείος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”