δεσποστός

δεσποστός, unumschränkt zu beherrschen, Arist. Polit. 3, 11. 7, 2.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσποστός — δεσποστός, ή, όν (Α) [δεσπόζω] (για πρόσ.) ο κατάλληλος για δεσποτική, αυταρχική διακυβέρνηση …   Dictionary of Greek

  • δεσποστῶν — δεσποστός suited to despotic rule fem gen pl δεσποστός suited to despotic rule masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποστόν — δεσποστός suited to despotic rule masc acc sg δεσποστός suited to despotic rule neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”