δεσποτέω

δεσποτέω, dasselbe, τινός Plat. Tim. 44 d; pass., δεσποτούμενος πρὸς ἄλλης χερός Aesch. Ch. 104; χερί Eur. Heracl. 884.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσπότεω — δεσπότεω̆ , δεσπότης master masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτοῦν — δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc voc sg (attic epic doric) δεσποτέω to be despotically ruled pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτούμενον — δεσποτέω to be despotically ruled pres part mp masc acc sg (attic epic doric) δεσποτέω to be despotically ruled pres part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτῶ — δεσποτέω to be despotically ruled pres subj act 1st sg (attic epic doric) δεσποτέω to be despotically ruled pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτεῖαι — δεσποτέω to be despotically ruled pres ind mp 2nd sg (epic ionic) δεσποτεία the power of a master fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτεῦσαι — δεσποτέω to be despotically ruled pres part act fem nom/voc pl (epic doric ionic) δεσποτεύω enjoy ownership of . . aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτοῦσαι — δεσποτέω to be despotically ruled pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότη — δεσπότης master masc voc sg δεσποτέω to be despotically ruled pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) δεσποτέω to be despotically ruled imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότης — Ο κύριος του οίκου, ο οικοδεσπότης, ο αφέντης, ο απόλυτος κύριος και συνεκδοχικά ο βασιλιάς, ο τύραννος· επίσης ο επίσκοπος: «τον δεσπότην και αρχιερέα ημών Κύριε φύλαττε εις πολλά έτη». Στην αρχαιότητα, ο όρος αναφερόταν στον κύριο του σπιτιού,… …   Dictionary of Greek

  • δεσποτέων — δεσπότης master masc gen pl (epic ionic) δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτῶν — δεσπότης master masc gen pl δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”