δι-στάσιος

δι-στάσιος, von doppeltem Gewichte, Werthe; χρυσίον Plat. Hipparch 231 d.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διστάσιος — διστάσιος, ον (Α) αυτός που έχει διπλάσιο βάρος ή αξία. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι * + στασιος < ίστημι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”